Ο θαυμαστός κόσμος των hackers

Όλοι, ανεξάρτητα με την σχέση που έχουν με το Internet και τους υπολογιστές, έχουν ακούσει για τους hackers, τους παράνομους του Διαδικτύου, τον φόβο και τον τρόμο των μεγάλων εταιρειών, τον μπαμπούλα για κάθε χρήστη του Internet.


Δεν είναι ακριβώς, όμως, έτσι: Ως hacker ορίζουμε:

  1. Άτομο που διασκεδάζει αναζητώντας τις λεπτομέρειες ενός προγραμματιζόμενου συστήματος και πως αυτό μπορεί να ωθηθεί στο έπακρον των δυνατοτήτων του,
  2. Άτομο που προγραμματίζει ενθουσιωδώς
  3. Άτομο που είναι καλό στο να προγραμματίζει γρήγορα,
  4. Άτομο εξειδικευμένο σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα (όπως «UNIX hacker»)
  5. Μοχθηρός ανακατωσούρης που προσπαθεί να ανακαλύψει ευαίσθητες πληροφορίες σκαλίζοντας οπουδήποτε.

Οι τέσσερις πρώτοι όροι αντιπροσωπεύουν επαρκώς την έννοια του hacker. Ο πέμπτος πάλι όχι: ως μοχθηρό ανακατωσούρη που προσπαθεί να ανακαλύψει ευαίσθητες πληροφορίες σκαλίζοντας οπουδήποτε ορίζουμε την έννοια του cracker, το αντίπαλο δέος των hackers, μέσα στον ελεύθερο κόσμο του Internet και των πληροφοριακών συστημάτων.

Για να κατανοήσεις, όμως, την χακερική ιδεολογία πρέπει να γνωρίζεις την ιστορία του hacking. Το hacking υπάρχει όσο υπάρχει και τηλέφωνο. Η νεοσύστατη Bell Telephone, το 1878, προσέλαβε αγόρια για να διαχειρίζονται τους τηλεφωνικούς πίνακες. Αποτέλεσμα κακές συνδέσεις, υποκλοπές και λανθασμένες συνδέσεις. Τα νεαρά αγόρια παίζοντας και πειραματιζόμενα με τους πίνακες αποτελούν τους πρώτους καταγεγραμμένους hackers.

Οι πραγματικοί hackers εμφανίζονται για πρώτη φορά στο MIT, την δεκαετία του ’60, οπότε και «σπασικλάκια», θέλοντας να αποκτήσουν γρήγορη πρόσβαση στα απομονωμένα και πανάκριβα mainframe της εποχής, δημιούργησαν  «παρακάμψεις», αποκαλούμενες hacks, για την ταχύτερη λειτουργία του προγράμματος, πολλές φορές καλύτερες από το ίδιο το πρόγραμμα. Το καλύτερο hack δημιουργήθηκε το 1969 όταν δύο εργαζόμενοι της Bell Labs κατέληξαν με ένα ανοικτό σύνολο κανόνων για το τρέξιμο μηχανών στο υπολογιστικό μέτωπο. Ο Dennis Ritchie και ο Ken Thompson ονόμασαν το νέο βασικό λειτουργικό τους σύστημα UNIX.

Την δεκαετία του ’70, το κυβερνομέτωπο ήταν παντού ανοικτό. Το hacking ήταν η εξερεύνηση και η συνειδητοποίηση για το πώς ζει ο νέος καλωδιωμένος κόσμος. Το 1971, ένας βετεράνος του Vietnam, o John Draper, ανακάλυψε ότι το ηχητικό σύνθημα μίας εταιρείας δημητριακών αναπαρήγαγε ένα ήχο 2600 MHz! Προώθησε τον ήχο σε έναν τηλεφωνικό δέκτη και πραγματοποιούσε δωρεάν τηλεφωνήματα, χάρη στην AT&T.

Ο γκουρού της αντικοινωνικής εκπαίδευσης, ο εκδότης Abbie Hoffman, ακολουθώντας το μήνυμα του αρχηγού εξέδωσε το περιοδικό «The Youth International Party Line», την βίβλο στο πώς να κάνεις δωρεάν τηλεφωνήματα. Το «phreaking» δεν έβλαπτε κανέναν, αλλά η διαφωνία συνεχιζόταν. Ο Al Bell, συνεργάτης του Hoffman, άλλαξε το όνομα του περιοδικού σε TAP, από το Technical Assistance Program. Οι οπαδοί συσσώρευαν τα περίπλοκα και επίπονα τεχνικά άρθρα και τα λάτρευαν για δύο δεκαετίες. Το μόνο που έλειπε πλέον για τους hackers ήταν μία εικονική λέσχη, την οποία και δημιούργησαν το 1978 δύο άτομα από το Chicago, ο Randy Seuss και ο Ward Christiansen, η οποία λειτουργεί μέχρι σήμερα.

Το 1981, η IBM παρουσιάζει τους πρώτους αυτόνομους «προσωπικούς υπολογιστές», τους οποίους πλέον κατείχαν πολλά παιδιά. Το 1983, η ταινία «War Games» προειδοποιούσε τον κόσμο ότι οι hackers μπορούν να μπουν σε κάθε υπολογιστικό σύστημα. Οι Hackers εξέλαβαν άλλο μήνυμα: το hacking σου φέρνει ωραία κορίτσια!!!

Το πεδίο άλλαζε καθώς περισσότερα άτομα μεταφέρονταν στον online κόσμο: το ARPANET μεταμορφωνόταν στο Internet, και η δημοτικότητα των bulletin-boards αυξανόταν. Στο Milwaukee μία ομάδα hackers, που αυτοαποκαλούνταν «414» (από τον κωδικό της περιοχής τους) εισέβαλαν σε συστήματα ινστιτούτων από το «Los Alamos Laboratories» μέχρι το  «Manhattan’s Memorial Sloan-Kettering Cancer Center», με αποτέλεσμα την σύλληψή τους.

Επηρεασμένος από το κομικσικό σύμπαν του Superman, ένας hacker ονόματι Lex Luthor, ίδρυσε την Λεγεώνα του Χαμού (Legion of Doom), το 1984. Η Λεγεώνα είχε την φήμη ότι συγκέντρωνε τους καλύτερους hackers. Μία μέρα, ένας από τους νεότερους και λαμπρότερους οπαδούς της Λεγεώνας, ο Phiber Optik, εκδιώχθηκε έπειτα από διαμάχη του με τον Erik Bloodaxe. Ο Phiber και οι φίλοι του σχημάτισαν μία αντίπαλη ομάδα, τους Κυρίαρχους της Πλάνης, (Masters of Deception). Το 1990, ξέσπασε ανάμεσα στις δύο ομάδες ο διετής «Μεγάλος Πόλεμος των Hackers», πάντα σε δικτυακό επίπεδο: εκτροπή τηλεφωνικών γραμμών, υποκλοπή κλήσεων, εισβολές στους προσωπικούς υπολογιστές κ.α. Ο Πόλεμος τερματίστηκε με την επέμβαση του F.B.I. και τους εμπλεκόμενους στην φυλακή, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής.

Με την κυβέρνηση να εισέρχεται στο Internet, η διασκέδαση τέλειωνε: το 1986 το Κογκρέσο ψήφισε την Ομοσπονδιακή Πράξη για Απάτη και Προσβολή μέσω Υπολογιστή (Federal Computer Fraud and Abuse Act). Δηλαδή κάθε αδίκημα συνεπαγόταν ποινή. Το 1988, ο Robert Morris ήταν ο πρώτος που καταδικάσθηκε, βάση αυτής της Πράξης, καθώς ελευθέρωσε ένα «σκουλήκι» που μόλυνε περισσότερους από 6.000 συνδεδεμένους υπολογιστές. Η ποινή ανήλθε σε πρόστιμο 10.000$ και πολλές ώρες κοινωνικής υπηρεσίας.

Οι συλλήψεις ήταν πια συχνό φαινόμενο και οι ποινές για εισβολές σε συστήματα εταιρειών ή τηλεφωνικές υποκλοπές ανέρχονταν σε αρκετούς μήνες φυλάκιση. Το 1990, η κυβέρνηση εξαπολύει την επιχείρηση Sundevil για την πειθαρχική καταστολή των hackers όλης της χώρας, συμπεριλαμβανομένης και της Λεγεώνας, η οποία απέτυχε. Η επιχείρηση Crackdown Redux είχε ως αποτέλεσμα την ποινή φυλάκισης για τέσσερα μέλη των Κυρίαρχων, συμπεριλαμβανομένου και του Phiber Optik με ένα χρόνο φυλάκιση.

Τον Φεβρουάριο του 1995, ο Kevin Mitnick συνελήφθη ξανά (είχε συλληφθεί το 1990 και φυλακιστεί για ένα χρόνο). Αυτή την φορά το FBI τον κατηγόρησε για την κλοπή 20.000  αριθμών πιστωτικών καρτών. Έμεινε στην φυλακή για έναν χρόνο, πριν κριθεί ένοχος και για την παράνομη χρήση κλεμμένων αριθμών κινητών τηλεφώνων.

Η εικόνα του αλυσοδεμένου Mitnick στην τηλεόραση τερμάτισε τον ρομαντισμό των δικτυακών παρανόμων. Οι χρήστες του Internet ήταν τρομοκρατημένοι από τους hackers  που χρησιμοποιούσαν εργαλεία, όπως «password sniffers» για την υφαρπαγή προσωπικών πληροφοριών ή «spoofing» για να αποκτήσουν πρόσβαση σε υπολογιστές. Αυτό τερμάτισε την αναρχία: οι hackers δεν θεωρούταν πλέον ρομαντικοί ή εκκεντρικοί αντιήρωες και αντάρτες που επιζητούσαν την γνώση. Η αυξανόμενη δικτυακή και πολλά υποσχόμενη οικονομία χρειαζόταν προστασία. Οι hackers πλέον ήταν οι κακοί.

Το καλοκαίρι του 1994, μία συμμορία καθοδηγούμενη από ένα Ρώσο hacker εισέβαλε στους υπολογιστές της Citibank’s μεταφέροντας συνολικά δέκα εκατομμύρια δολάρια από λογαριασμούς πελατών. Η Citibank κατάφερε να ανακτήσει μόλις $400.000, αλλά ο φόβος επισφράγισε την συμφωνία.

Καθώς η αλλαγή χιλιετίας πλησίαζε, η υστερία πάνω στον περίφημο ιό Y2K επικροτήθηκε από μερικές σοβαρές επιθέσεις hacker. Εκμεταλλευόμενος την τεράστια μάζα χρηστών, τον Φεβρουάριο του 2000, ένας μόνο hacker πραγματοποίησε πολλαπλές ψεύτικες αιτήσεις πρόσβασης προς δημοφιλή sites (CNN, Yahoo, E-Bay κ.α.), με αποτέλεσμα αυτά να καταρρεύσουν και να χάσουν εκατομμύρια δολάρια από διαφημίσεις και πωλήσεις που δεν πραγματοποιήθηκαν. Ο ιός «I Love You» μόλυνε αρχεία εικόνας και ήχου και μεταδιδόταν γρήγορα αντιγράφοντας τον εαυτό του και στελνόμενος σε όλους τους παραλήπτες ενός βιβλίου διευθύνσεων.

Πρόσφατες επιθέσεις σε φαινομενικά ασφαλή site όπως του Λευκού Οίκου, του FBI και το Microsoft.com αποδεικνύουν ότι παρόλες τις δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις για την τεχνολογία της κυβερνητικής ασφάλειας, οι hackers αποτελούν σοβαρή απειλή για την «πληροφοριακή υπερδομή».

Το παρόν δημοσιεύθηκε πρωτότυπα στο WebPort. Μεταγράφηκε στο παρόν blog με την αρχική του ημερομηνία στις 15/12/2012.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *