Έχουμε σταματήσει να ονειρευόμαστε…

Δεν είναι παράλογο, δεν πρέπει καν να μας εκπλήσσει… έχουμε σταματήσει να ονειρευόμαστε.

Δέκα περίπου χρόνια από τότε που η εθνική νιρβάνα των Ολυμπιακών Αγώνων, του Euro 2004, της Eurovision, της εξωστρέφειας, της εθνικής υπερηφάνειας και ευεξίας άρχισε να καταρρέει: σκάνδαλα, ομόλογα, χρηματοοικονομικά κόλπα του παρελθόντος που πανέμορφα έσκαγαν στα χέρια του επόμενου, το κάψιμο της Αθήνας λόγω της δολοφονίας ενός νεαρού παιδιού που μετέτρεψε τους φίλους του στους νέας γενιάς τρομοκράτες της εποχής μας και έβγαλε γενιές στους δρόμους για όλους τους λάθους λόγους.

Κτυπάει και η διεθνής οικονομική κρίση που κανείς δεν περίμενε να έρθει, αλλά όλοι το υποπτεύονταν, κατέρρευσε το εσωτερικό πολιτικό σύστημα, ηθικά και σε αξιοπιστία, μία αλυσιδωτή αντίδραση διατρέχει την Ευρώπη, η οποία «παγώνει», καθώς το ψυχολογικό σοκ ήταν μεγαλύτερο από ποτέ. Πέντε χρόνια μετά υπάρχει αισιοδοξία, η Ευρώπη επανέρχεται, μέσα από την πιο δημοκρατική διαδικασία μέχρι σήμερα, εκλέγεται ο Φιλέλλην Jean-Claud Junker. Αλλά στην Ελλάδα, ο καταπιεσμένος και εξαντλημένος από το ψέμα και την αβουλία μεταρρυθμίσεων που ο ίδιος στήριζε λαός επιλέγει να στηρίξει ένα εθνολαϊκιστικό συνασπισμό.

Και εγένετο Βαρουφακειάς… ένα έπος αυτοκαταστροφικού ηρωισμού, ένας πρωτοφανής δονκιχωτισμός, που διέφερε μόνο σε δύο σημεία από τον συμπαθή ήρωα του Θερβάντες: δεν είχε καμία αγαθότητα στις προθέσεις του, και έσερνε σαν γαϊδαρο έναν ολόκληρο λαό. Και η σύγκρουση με τους μύλους της διεθνούς οικονομίας, αφού κάθε σύμμαχος είχε μετατραπεί σε δαίμονα, με αρχηγό τον σήμερα «φίλο» Junker, ήταν τέτοια που το σοκ έσπασε στα δύο τη χώρα, αλλά ξύπνησε λίγο τον αφελή ήρωα και άρχισε να βλέπει την πραγματικότητα και να αναζητά ρεαλιστικές λύσεις.

Και παρόλο που έχουν περάσει τρία χρόνια και πολλή προσπάθεια για να επανέλθεις με πολλαπλά κόστη εκεί που ήσουν πριν αρχίσει η ξέφρενη πορεία στο ραντεβού με τον τοίχο ενός αμετακίνητου μύλου, το σακατεμένο μας κορμί στέκεται ακόμη όρθιο, στηριζόμενο από τους πρώην εχθρούς, στην έστω απρόθυμη παρέα τους, αλλά έχει σταματήσει να ονειρεύεται… γιατί κάθε ασθενής με καρκίνο και διαλυμένα κόκκαλα, που βρίσκεται μεταξύ του πόνου της καταστάσεώς του και της χημικής κατάπαυσης του πόνου αυτής (βλ. δάνεια), δεν μπορεί να ονειρευτεί παρά μόνο το θάνατο ή την επούλωση… αλλά όχι τη ζωή και το μέλλον.

Η Ρόδος, φυσικά, άργησε να τα καταλάβει όλα αυτά… Συνηθισμένη να την αγνοεί το κέντρο των Αθηνών και να ζει και να αναπτύσσεται παρά την αδιαφορία του κεντρικού κράτους, συνηθισμένη να ζει πέντε μήνες ευμάρειας που καλούνταν να θρέψουν τους υπόλοιπους – αφού έχει χάσει εδώ και δεκαετίες κάθε άλλη βιομηχανία της πέραν του τουρισμού, η Ρόδος διχάστηκε λιγότερο, είδε λιγότερη πείνα και φτώχεια. Αλλά και η Ρόδος σαγηνεύτηκε από τον εθνολαϊκισμό, υπέκυψε στους δονκιχωτισμούς και είδε τον ταπεινωμένο ιππότη της να τις κλέβει τα λίγα στηρίγματά της για να κρατηθεί όρθιος στην παραζάλη του, για να δείξει, έστω και ψευδώς, ότι μπορεί να σταθεί όρθιος… όρθιος δεμένος σε ένα παλούκι απροθυμίας να κάνει οποιοδήποτε βήμα προς τα μπρος. Γιατί εκεί που κάποιος θα έφτιαχνε πατερίτσες για να αρχίσει να περπατάει, δειλά-δειλά, εμείς, ως Έλληνες, επιλέξαμε να στηθούμε κόντρα σε ένα παλούκι, σε ένα παραισθησιογόνο παροξυσμό, και να δεθούμε σε αυτό ατενίζοντας αγέρωχοι τον κόσμο που προχωρά και αλλάζει.

Και έτσι η Ρόδος, άρχισε να βλέπει περισσότερη φτώχεια, περισσότερη πείνα, να θολώνει το υπέροχον φως της, μέσα στην οικονομική μιζέρια, να αντιλαμβάνεται τον καρκίνο που τρώει τα σπλάχνα της, τα σπασμένα κόκκαλα που δεν την αφήνουν να κινηθεί… και συμβιβάστηκε! Συμβιβάστηκε απλά να ζει, απλά να υπάρχει για να βγάλει άλλη μία σεζόν, άλλη μία σεζόν, άλλη μία σεζόν… Πάει η Ρόδος που τόλμησε να οραματίζεται Ευρωπαϊκή Πολιτιστική Πρωτεύουσα, που περηφανευόταν για Πολιτισμική Κληρονομιά, που ήθελε να λέγεται ναυαρχίδα του ελληνικού τουρισμού, που ήθελε να συγκαταλέγεται στους κορυφαίους προορισμούς του κόσμου, που ονειρευόταν υπέροχα αγάλματα και ξανά μία θέση στον παγκόσμιο χάρτη.

Και γιατί αυτό; Πως φτάσαμε εδώ; Επαναπαυθήκαμε! Σταματήσαμε να ονειρευόμαστε. Θεωρήσαμε τα εκατομμύρια τουριστών αυτοεκπληρούμενο στόχο, και σταματήσαμε να κοιτάζουμε το μέλλον. Σταματήσαμε να κοιτάξουμε το μέλλον σαν μία εξέλιξη του παρόντος, αλλά σαν μία καλοζυγιασμένη επανάληψή του. Τίποτα δεν χρειάζεται να αλλάξει αν σου φέρει ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα, άμα θεωρείς το προηγούμενο αποτέλεσμα ικανοποιητική κορυφή. Αλλά, στο ισοζύγιο του μέλλοντος, επαναπαυθήκαμε στο ίδιο αποτέλεσμα και ξεχάσαμε το μεταβαλλόμενο κόστος και τις ρευστές συνθήκες… και το κόστος άλλαζε, γιατί το παρόν φέρει τη φθορά του χρόνου, και οι συνθήκες άλλαζαν, γιατί τα πάντα γύρω μας αλλάζουν συνεχώς, ασχέτως αν εμείς το αντιλαμβανόμαστε ή όχι.

Και μέσα σε αυτή τη μυωπική αντίληψη, του να βλέπουμε μόνο ότι είναι κοντά μας, χαμένοι στην οικειότητα της επανάληψης, συμβιβαστήκαμε πριν χρόνια με τις φήμες της απώλειας, της ύφεσης, του χαμού της ανταγωνιστικότητας. Και όταν τα δίκαια «προνόμια» χαθήκαν, ήμασταν ήδη συμβιβασμένοι ότι θα τα χάσουμε και δεν κάναμε τίποτα. Και επειδή, οι μειωμένοι συντελεστές ΦΠΑ ήταν κάτι σαν το ψυχολογικό μας αποκούμπι, όσο συμβιβασμένοι και να ήμασταν, απλά πέσαμε σε κατάθλιψη. Οι αγώνες, άλλωστε, δεν ήταν ποτέ στοιχείο της ταυτότητάς μας… καθετί ακραίο σε αυτό τον τόπο, καλό ή κακό, πάντα ήταν ξενόφερτο… ή έστω αλλόφερτο.

Και μέσα στην εσωτερική μας κατάθλιψη, που στην πραγματικότητα άρχισε όταν νιώσαμε να πιάνουμε κορυφή στις αρχές αυτού του αιώνα, απλά εκδηλώθηκε και επίσημα όταν το τελευταίο ψήγμα ελπίδας που είχαμε απλά χάθηκε, αρχίσαμε να μην αγαπάμε τον εαυτό μας… Η Ρόδος ήταν πια η Ρόδος του «κοίτα πως κατάντησε», σταματήσαμε να αγαπάμε αυτό που είναι η Ρόδος για εμάς και να αγαπάμε την εικόνα της Ρόδου που πιστεύουμε ότι βλέπουν οι άλλοι, πάντα μειονεκτική, πάντα ελλιπής και μίζερη, ποτέ αυτό που κάποτε ήταν. Όπως ένας ασθενής που χάνει σταδιακά την όρασή του, νομίζουμε ότι η Ρόδος χάνει το φως της, και όχι εμείς την ικανότητά μας να το δούμε. Και επειδή ακριβώς, νιώθουμε ότι η Ρόδος ξεφτίζει, παράγοντας της λογικής μας έγινε το τι θα πουν οι τουρίστες, όχι πως θα ζήσουμε όλοι σε έναν καλύτερο τόπο.

Ο Χρυσός Κανών, η ρήση του Ιησού Χριστού, «Αγάπα τον πλησίον σου» κρύβει ένα δεύτερο μέρος που χάρην ευκολίας αγνοούμε: «Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Αν δεν αγαπήσεις τον εαυτό σου, δεν μπορείς να αγαπήσεις κανέναν άλλο. Αν δεν περιβάλλεις με αγάπη τον τόπο σου, πως θα περιβάλλεις με αγάπη τον συγκάτοικό σου ή τον επισκέπτη του τόπου σου. Αν δεν φτιάξεις το σπίτι σου, όπως ακριβώς το ονειρεύεσαι, πως θα ζήσεις ασφαλής σε αυτό; Πως θα φιλοξενήσεις ιδανικά τον οποιοδήποτε; Αν το μέλημά σου είναι να μπαλώνεις αστοχίες στον κήπο, ενώ μία θύελλα που έρχεται θα σου ξεριζώσει τη στέγη, δεν είσαι κοντόφθαλμος; Αν το μέλημά σου είναι να βάφεις εσωτερικά τον τοίχο σου, που απέξω καταρρέει, δεν ζεις σε μία ολοκληρωτική άγνοια του τι συμβαίνει; Αν στο σπίτι σου προσκαλέσεις 15 φιλοξενούμενους, αλλά η πόρτα σου χωράει να περνάει ένας την φορά, το χωλ σου μετα βίας 2 και το σαλόνι σου 10, δεν έχεις παντελή άγνοια των δυνατοτήτων σου; Και αν σε αυτό το μικρό σαλόνι ονειρεύεσαι και ένα πιάνο με ουρά και ένα συντριβάνι για feng shui, δεν είσαι απλά αιθεροβάμων;

Το πρώτο βήμα για να ξεφύγουμε από την ομαδική μας κατάθλιψη, είναι να γνωρίσουμε ξανά τον εαυτό μας. Να αντιληφθούμε ξανά τη θέση μας στη συνεχώς μεταβαλλόμενη ροή του κόσμου και γίνουμε ένα ασφαλές αγκυροβόλι κάθε καλού και αγαθού, κάθε ιδανικού και αξίας. Και όταν συνειδητοποιήσουμε που είμαστε τώρα, μπορούμε να αντιληφθούμε τόσο τις δυνάμεις όσο και τις δυνατότητές μας για να πάμε όπου θέλουμε. Και όταν συνειδητοποιήσουμε τις απίστευτες δυνατότητες του τόπου στον οποίο ζούμε, τις κορυφές που έχει αγγίξει και τις κορυφές που μπορεί να αγγίξει και πάλι, τότε θα αρχίσουμε και πάλι να ονειρευόμαστε. Να αρχίσουμε να ονειρευόμαστε ως γνήσιοι Ρόδιοι, που μετά από πολέμους έκτιζαν Κολοσσούς, που μετά από σεισμούς έφτιαχναν ξανά τείχη και αγάλματα, που μετά από πολέμους που κατέβαλαν τον κόσμο, ονειρεύτηκαν να φέρουν τον κόσμο ξανά εδώ, ειρηνικά. Οι Ρόδιοι που κατέστησαν κάθε κατακτητή τους, ύστερο επισκέπτη και πιστό φίλο.

Και τότε, μόνον τότε,

θα σταματήσουμε να σκεφτόμαστε καλύτερα πεζοδρόμια και δρόμους χωρίς λακκούβες και να ονειρευόμαστε λεωφόρους που θα διατρέχουν το νησί,

θα σταματήσουμε να σκεφτόμαστε πάρκινγκ και λεωφορεία και θα ονειρευόμαστε τραμ, πόλη χωρίς αυτοκίνητο, με κατάφυτους πεζόδρομους και άνετους ποδηλατόδρομους,

θα σταματήσουμε να σκεφτόμαστε τη διαχείριση των Ρομά και να χανόμαστε στην αυτοϊκανοποίηση της σκανδιναβικής μας πολυπολιτισμικότητας των μεικτών γάμων, και να ονειρευόμαστε μία κοινωνία που έχει διορθώσει τις διακρίσεις και κακοδιαχείριση θεμάτων όπως των Ρομά, και δέχεται εξίσου με τον Ευρωπαίο, τον βαλκάνιο, τον Πακιστανό, τον τρανς πολίτη, μία κοινωνία που έχει παραδεχθεί και επουλώσει τις αδικίες προς τους πολίτες της που χάθηκαν,

θα σταματήσουμε να παραπονιόμαστε για τους ιμάντες αποσκευών στο Διεθνές Αεροδρόμιο Διαγόρας και θα αρχίσουμε να ονειρευόμαστε το Διεθνές Αεροδρόμιο Κλεόβουλος,

θα σταματήσουμε να μιλάμε για την ασφαλτόστρωση και το καρνάγιο στην Ακαντιά και θα ονειρευόμαστε τον υπερσύγχρονο λιμένα και μαρίνα της Λάρδου,

θα σταματήσουμε να γκρινιάζουμε για την έλλειψη τοπικών προϊόντων και το κόστος παραγωγής τους και θα ονειρευόμαστε πρακτικές του μακρινού Ισραήλ και Ιορδανίας, που με υδροπονικά και αεροπονικά συστήματα επιτυγχάνουν καταπληκτικές παραγωγές, όλο τον χρόνο και τρομερή επάρκεια, σε συνθήκες με ελάχιστο νερό, και έτσι θα αναβιώσουμε τον πάλαι ποτέ κραταιό αγροτικό τομέα μας και θα ενισχύσουμε τη μεταποιητική μας βιομηχανία, μειώνοντας τα κόστη διαβίωσης και φιλοξενίας και την εξάρτησή μας από εισαγωγές,

θα σταματήσουμε να σκεφτόμαστε τα εργοστάσια της ΔΕΗ και θα ονειρευόμαστε τη Ρόδο, το νησί του Ήλιου, που μέσω υποθαλάσσιας σύνδεσης θα διοχετεύει το ενεργειακό της πλεόνασμα, προερχόμενο αποκλειστικά από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, στην υπόλοιπη Ελλάδα,

θα σταματήσουμε να διαγράφουμε το βιομηχανικό μας παρελθόν και θα ονειρευόμαστε χώρους βιομηχανικής κληρονομιάς που θα φιλοξενούν την αιχμή του δόρατος στη ψηφιακή τεχνολογία, στην έρευνα παντρέματος παλιών τεχνικών με σύγχρονα υλικά, στην επιχειρηματικότητα, σε έναν κόσμο με ελαχιστοποιημένα σύνορα,

θα σταματήσουμε να γκρινιάζουμε για τα τραπεζοκαθίσματα και τα παζάρια στη Μεσαιωνική Πόλη και θα ονειρευόμαστε μία Μεσαιωνική Πόλη όπου κάθε πόρτα της είναι ανοιχτή, κάθε προμαχώνας λειτουργικός πολιτιστικός χώρος, κάθε κτήριο μουσείο, κάθε οικία αποκατεστημένη και λειτουργούσα πάλι ως οικία ή ξενοδοχείο ή μία αξιοζήλευτη επιχείρηση, μία Μεσαιωνική Πόλη που διπλασιάζει τον πληθυσμό της, τριπλασιάζει τις θέσεις εργασίας και πολλαπλασιάζει τον πλούτο που παράγει, ώστε να είναι αυτάρκης στη συντήρηση της, με πλούτο που θα διαχειριζόμαστε τοπικά,

θα σταματήσουμε να φωνάζουμε για την κατάσταση στο «κέντρο της πόλης» και θα ονειρευόμαστε ένα νέο κέντρο αλλού, με όλες τις υπηρεσίες συγκεντρωμένες σε χώρους σύγχρονους, φιλικούς προς τον πολίτη και αφιερωμένους στην εξυπηρέτησή του,

θα σταματήσουμε να φωνάζουμε για το Εθνικό Θέατρο και θα αρχίσουμε να ονειρευόμαστε ένα τόξο πολιτισμού που θα ξεκινάει από την περιοχή του Πανεπιστημίου και περιμετρικά των τειχών θα φθάνει στο πρώην διοικητικό κέντρο που θα έχει μετατραπεί σε μοναδικού κάλλους και σύγχρονης προσέγγισης χώρους πολιτισμού.

Και όταν δούμε όλο αυτό το Φως που μπορεί να προσφέρει η Ρόδος, το παράδειγμα που μπορεί είναι και πάλι για τον κόσμο, τότε θα αρχίσουμε να γράφουμε το επόμενο κεφάλαιο στην ένδοξη ιστορία μας. Και τα όνειρα μας μπορεί να φαίνονται άπιαστα για μία κουρασμένη και καταβεβλημένη, χωρίς ελπίδα γενιά. Αλλά αν αυτή η γενιά καταφέρει να αρχίσει να ονειρεύεται, τα όνειρά της θα μεταφερθούν στην επόμενη και αν αυτή η γενιά απεμπολήσει τον εγωισμό του να δει τα όνειρά της να υλοποιούνται, μόνο τότε θα θέσει τα θεμέλια για να ζήσουν αυτά τα όνειρα τα παιδιά μας και να αρχίσουν να ονειρεύονται με τη σειρά τους τη Ρόδο για τους επόμενους αιώνες.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *