Κολλημένοι στο χθες…

Πως καταφέραμε να κοιτάμε συνέχεια το χθες; Πως καταφέραμε να έχουμε δέσει πάνω μας απίστευτα μεγάλες αλυσίδες και να αγκυροβολούμε σταθεροί και αγέρωχοι σε ένα ποτάμι που συνεχώς ξεχύνεται μπροστά μας; Και, πως καταφέραμε να αγκυροβολήσουμε με την πλάτη στην πορεία μας; Πως καταφέραμε να είμαστε συνεχώς ένα “Εμπρός, προς τα πίσω”;

Μήπως σαν λαός έχουμε συλλάβει τον χρόνο σαν μια κουκίδα, που όλα όσα συνέβησαν, συμβαίνουν και θα συμβούν στην πραγματικότητα συμβαίνουν ταυτόχρονα, και εφησυχάσαμε; Διαλύσαμε την γραμμική αντίληψη του χρόνου και είμαστε όντα που ταξιδεύουν πέρα από αυτόν; Κάθε άλλο: η αγωνία μας είναι να σταματήσουμε τον χρόνο. Αναζητάμε συνεχώς μία κατάσταση οικειότητας. Και το παρελθόν, ως το προηγούμενο παρόν είναι οικείο. Αλλά, ποιο παρελθόν και για ποιον; Το παρελθόν για αυτούς που το έζησαν ως παρόν είναι εμπειρία, συναίσθημα, μνήμη. Γι’ αυτούς που το κληρονόμησαν είναι αφήγηση! Και η αφήγηση έχει δύο ελαττώματα: την υποκειμενικότητα του αφηγητή και την ικανότητα αντίληψης του δέκτη. Και εκεί τα πράγματα γίνονται περίπλοκα…

Και όσο προσπαθούμε να προστατεύσουμε το παρελθόν, χωρίς να διδασκόμαστε από αυτό, αντί να κάνουμε το παρελθόν βιβλίο στο ράφι και το μέλλον σπίτι μας, επιλέγουμε να κατοικούμε στο παρελθόν.

Όταν το ένα πόδι μας είναι στο παρελθόν και το άλλο στο παρόν, νομοτελειακά και τα δύο πόδια μας θα βρεθούν στο παρελθόν, και μαζί με αυτά και εμείς. Γιατί, το μέλλον είναι μπροστά και κάθε φορά μας προσπερνά! Εμείς, ως Έλληνες, έχουμε κολλήσει να έχουμε την πλάτη στο μέλλον, για να κοιτάμε το παρελθόν.

Αλλά, όσο κυλάει ο χρόνος, το μέλλον που δεν είδαμε γίνεται και για εμάς ένα αναπάντεχο παρόν για το οποίο δεν έχουμε προετοιμαστεί, και έπειτα παρελθόν, ένα παρελθόν που δεν γνωρίσαμε, μας είναι άγνωστο, μας προσπέρασε. Ένα παρελθόν που έσπρωξε το άλλο πιο πίσω, και έτσι μπροστά μας έχουμε άγνωστη γη, να μας απομακρύνει περισσότερο από την προηγούμενη οικεία γη, την οποία την ξεχνάμε, και δεν έχουμε την εμπειρία της ή την παιδεία για την γνώση της, αλλά γίνεται στο μυαλό μας ένα ύπουλο αφήγημα.

Και αναστοχαζόμενοι χαμένες πατρίδες, ξεχνάμε κάτι πολύ βασικό: οι πρόγονοί μας τις κατέστησαν πατρίδες γιατί έχυσαν το αίμα και τον ιδρώτα τους, να τις κάνουν σπίτι τους, να τις δουν να ανθίζουν, να βάλουν τις ρίζες τους βαθιά, πριν έρθει ο οποιοσδήποτε και βίαια τις ξεριζώσει. Όσο αγάπη, πόνο και κόπο θέλει ένα δένδρο για να ανθίσει, τόσο εύκολα το μίσος το ξεριζώνει, το κατακαίει μέχρι τη βαθύτερη ρίζα του, σε λίγα λεπτά.

Και αναρωτιέμαι, αν αγωνίζεσαι τόσο πολύ να υπερασπιστείς πατρίδες που δεν έχεις, όταν χύνεις όλο σου το αίμα και τον ιδρώτα για κάτι που αποτελεί ανάμνηση αφήγησης, πόσο αίμα και πόσος ιδρώτας, πόση σπουδή και κόπος σου μένει για να κάνεις τη γη που έχεις, το τώρα, το παρόν σου, την υπαρκτή σου πατρίδα ικανή να ανθοφορήσει; Και αν δεν ανθοφορήσει και δεν δώσει καρπό ένα δένδρο, τι νόημα έχουν οι ρίζες του; Γιατί αν ζεις για να δεις το παρόν να γίνεται παρελθόν και δεν θες να έχεις μέλλον, τι νόημα έχει το παρελθόν; Κάποια στιγμή, απλά, θα σταματήσεις να έχεις και παρόν, και θα είσαι ακόμη ένα κεφάλαιο στο βιβλίο κάποιου άλλου…

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *