Κάθε περίοδο του Πάσχα, τη βιώνω με μία έντονη θρησκευτικότητα. Παρών στις Ακολουθίες, διακονώντας στην ενορία μου, τον Άγιο Ιωάννη στη Ρόδο. Φέτος, οι συγκυρίες, προσωπικές και πανδημικές, δεν μας επέτρεψαν να βιώσουμε την προετοιμασία της Μεγάλης της Τεσσαρακοστής, ενώ ολόκληρη η κοινή εμπειρία της Μεγάλης Εβδομάδας μετατρέπεται σε μία κλειστή, οικιακή διαδικασία. Κάθε σπίτι, Εκκλησία, κάθε πιστός, μικρό φανάρι ελπίδας.

Έχω καιρό να γράψω! Το 2019 και το 2020 (μέχρι τώρα) ήταν έντονες συναισθηματικά χρονιές, ικανές να λυγίσουν τον καθένα. Και σήμερα, αναλογιζόμενος την απώλεια των ακολουθιών και της εν Εκκλησίαις εμπειρίας μου, νιώθω να γράψω ένα μικρό ποίημα… όχι για να συναγωνιστώ τους υμνωδούς που μας κληροδότησαν τα αριστουργήματά τους, υμνώντας το Θείον Πάθος και την Ανάσταση, αλλά γιατί καμιά φορά, ο ποιητικός λόγος μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο ακριβής, ειδικά όταν θες να περιγράψεις το τι αισθάνεσαι!

 

Ω, ψυχή μου

Σαν τον Λάζαρο, κλειστή σε τάφο,

Ω, ψυχή μου, γοερά καρτερείς την Ανάσταση.

Την πορεία προς την επίγεια Ιερουσαλήμ θυμάσαι

Και της Άνω Σιών προσδοκείς τις πύλες να διαβείς.

 

Στον κόσμο ετούτο, της φθοράς, του χρόνου του γραμμικού,

το αιώνιο, το άφθαστο, το άπειρο ζητάς.

Ω, ψυχή μου, αποστερημένη της εν Εκκλησίαις λατρείας,

Μόνη, της εστίας σου τα δεσμά, υπομένεις.

 

Στα τρομερά της εποχή μας βάσανα,

Ω, ψυχή μου, Χριστό καρτεράς, Θεόν και Κύριον.

Δέσμια της ευθύνης προς τον πλησίον,

Ανελεύθερη από την λαχτάρα να φωνάξεις «Ωσαννά εν τοις Υψίστοις».

 

Τον Νυμφίο, γρηγορούσα, να υποδεχθείς,

Αδύναμη κατέστης, και ας έχεις λάδι περισσό…

Ω, ψυχή μου, μόνο τον Νυμφίο, σε άδειο ναό,

Κλαις, που αναγκάσθηκες να αφήσεις.

 

Τον γλυκύ σου Ιησού, την άμπελο σου,

Σαν κλήμα καρποφόρο, ήλπισες να τιμήσεις.

Αιώνων κύκλους Πάθους και Ανάστασης,

Ω, ψυχή μου, μακριά Του καλείσαι να βιώσεις.

 

Καλεσμένη, στο Δείπνο Του το Μυστικό,

Ω, ψυχή μου, το κάλεσμα να πρέπει να αρνείσαι.

Μη ερχόμενη εκούσια στο δικό Του πάθος,

Νιώθεις σαν Ιούδας, προδότης και δόλιος.

 

Και μετά Τον σκέφτεσαι, δαρμένο, και συρμένο

Στο πρόσωπο μπροστά αρχιερέων, υποκριτών.

Σαν Πέτρος τον αρνείσαι, σαν μαθητής τον εγκαταλείπεις,

Στου κράτους τα χέρια και τη δύναμη.

 

Και Εκείνος, απλά, σιωπηρά, κάθε γροθιά τη δέχεται,

Και σου θυμίζει: άλλος ο νόμος των ανθρώπων, άλλος του Θεού.

Ο πρώτος είναι για εδώ, ο δεύτερος για πάντα,

Και, Ω, ψυχή μου, κατανοείς.

 

Κατανοείς, το Μεγαλείο Του, τη Θυσία Του,

Όταν εσύ πνίγεσαι στις ανάγκες του εγώ σου.

Γιατί, ψυχή μου, χωρίς εγώ δεν θα πληγωνόσουν,

Αλλά καρτερικά θα υπέμεινες τη δοκιμασία στον κόσμο, ετούτο, της φθοράς.

 

Σιωπηρά, θα έκλεινες τα μάτια, και θα Τον έβλεπες,

Με ιμάτια σκισμένα, βουτηγμένα στο Θείο Αίμα Του.

Στρατιώτες να χλευάζουν, να μαστιγώνουν, εν μέσω κραυγών,

Κραυγών αυτών που πριν λίγο Τον δόξαζαν.

 

Και πληγωμένο, θα Τον έβλεπες μέσα από τα λόγια τους,

Αυτά των Ευαγγελιστών και Αποστόλων,

Πληγωμένο, ζωσμένο τον βαρύ ξύλινο σταυρό,

Της άκρας ταπείνωσης η κορύφωση.

 

Και μετά θα στηθεί εκεί, κρεμάμενος επί ξύλου,

Καθαγιάζοντας το με το Αίμα και τον Ιδρώτα Του.

Και ο σταυρός θα γίνει Τίμιος, και θα γίνει Σταυρός,

Από φρικτό σύμβολο Τιμωρίας, Τρανό σύμβολο Αγάπης.

 

Μόνος Του, το πέρασε ο Ιησούς, ω, ψυχή μου,

Ο Υιός του Ανθρώπου, μόνος, στο Σταυρό.

Αυτός, που με μία σκέψη Του, μυριάδες αγγέλων,

Θα Τον απάλλασσαν από κάθε μαρτύριο.

 

Μόνος Του, ο Υιός της Παρθένου, πάνω στο ξύλο,

Ξεψύχησε, ω, ψυχή μου, και άφησε τη Μητέρα Του να κλαίει.

«Ω γλυκύ μου έαρ» έκλαψε πικρώς ΄

η Μητέρα της Ζωής που τέθηκε εν Τάφω.

 

Και νιώθεις μόνη, ω, ψυχή μου,

Γιατί από τις Γενεές που υμνήσαν την Ταφή Του,

Εσύ θα μείνεις εκτός, θα Τον εγκαταλείψεις, μόνο Του,

Δεν θα ράνεις ως άλλη μυροφόρος τον Τάφο Του.

 

Αλλά, ω, ψυχή μου,

παγιδευμένη στη γραμμικότητα της αντίληψής σου,

με τις Γενιές εκείνες που Τον ύμνησαν, ενώνεις τη φωνή σου,

γιατί γι’ Αυτόν, το τώρα, το πριν ή το μετά, δεν λογιούνται.

 

Εκείνος είναι από πριν, και τώρα και για πάντα,

Δεξάμενος την κάθε προσευχή και ικεσία.

Και είναι και παρών παντού και πάντα, και έτσι ω, ψυχή μου,

Ποτέ δεν είσαι στα αλήθεια μόνη.

 

Και κάθε χρόνο, με την Αγία Του Ανάσταση,

Ανακαινίζεται η Κτίσης, Ανακαινίζεσαι Εσύ, ω, ψυχή μου.

Και λάμπεις, σαν Άγιο Φως, αν το θέλεις, το λαχταράς, όπου και να’σαι,

Αν για εσένα, ο Χριστός αληθώς ανέστη!